collection
Anti-Valentina.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πριγκίπισσα.
Ή τέλος πάντων, ένα κορίτσι που ονειρευόταν να γίνει πριγκίπισσα.
Νοίκιασε μια άμαξα — μια κολοκύθα μεγάλου κυβισμού — και φόρεσε τα καλά της.
Το outfit το ολοκλήρωσε με γυάλινα παπούτσια, για να είναι εύθραυστη. Έτσι της είπαν.
Να μοιάζει πάντα εύθραυστη.
Ευάλωτη.
Ευγενική.
Χαρούμενη.
Πάντα μετρημένη και χαμογελαστή.
Μόνο έτσι θα γινόταν πριγκίπισσα.
Μια φορά κι έναν καιρό, έζησαν αυτοί καλύτερα. Κι ας ζούμε εμείς καλά.
Ο πρίγκιπας είχε Tinder και Grinder.
Η πριγκίπισσα φλεβίτη και κρίσεις πανικού.
Και αυτό, για κάποιους, είναι το “καλύτερα”. Καλύτερα από τι;
Γιατί αυτό είναι που λέμε ΚΙΟΥΤ ΜΠΑΤ ΤΟΞΙΚ.



Μια φορά κι έναν καιρό, ο πρίγκιπας χόρεψε με το κορίτσι. Ήταν ωραία. Ωραίο ήταν και το φιλί. Ένα φιλί μες στη στροφή καθώς χορεύανε. Ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζε.
Για πρώτη φορά ένιωσε πεταλούδες στο στομάχι — τόσες πολλές που έτρεξε στη λεκάνη και ξέρασε μισολιωμένα φτερά. Ρομαντικό; Όχι ιδιαίτερα. Αληθινό; Πολύ.
Όταν γύρισε πίσω, το κορίτσι είχε εξαφανιστεί.
Μοναδικό κατάλοιπο: ένα γυάλινο γοβάκι.
Ο πρίγκιπας το φίλησε σαν να ήταν ιερό κειμήλιο, το έκρυψε στην αγκαλιά του, το γυάλισε με άζαξ και κοιμόταν μαζί του. Περίμενε, περίμενε. Περίμενε πολύ. Το κορίτσι άφαντο.
Μες στο χορό και το μεθύσι, την ώρα που φιλιόντουσαν, το είχε δει καθαρά: γάμο, παιδιά, εξοχικό. Αυτή ήταν η ΜΙΑ. Σχέση ζωής. Καρμικό. Γιατί το soundtrack εκείνη τη στιγμή ήταν το «δεν μπορεί, δεν μπορεί, κάπου θα συναντηθούμε» και αυτά τα πράγματα δεν πέφτουν ποτέ έξω. Έτσι δεν λένε;
Μετά ήρθαν οι σύμβουλοι του βασιλιά.
«Σε ghostαρε», του είπαν.
Κι αυτός δεν έζησε καλά αλλά εμείς καλύτερα. Καλύτερα γιατί;
Μια φορά κι έναν καιρό, η πριγκίπισσα ξύπνησε στις 6.00′. Ετοίμασε τα ταπεράκια για τα τέλεια παιδάκια της. Έκανε σετάκι τα τέλεια ρουχαλάκια τους. Ξύπνησε τα παιδάκια της – τα τέλεια παιδάκια της – και τα ‘στειλε στο σχολείο – στο τέλειο ιδιωτικό. Ύστερα, ξύπνησε τον τέλειο αντρούλη της με ένα φιλί, του ετοίμασε το τέλειο Ραλφ Λόρεν πουκάμισο και τον αποχαιρέτησε. Φόρεσε το χαμόγελό της — το τέλειο, το μετρημένο, το σωστό — και πήγε.
Πήγε και έκανε τα νύχια της τέλεια. Ένα χρώμα ήσυχο και όχι κραυγαλαίο, να μην ενοχλεί και να ταιριάζει με όλα.
Πήγε και έκανε τα μαλλιά της τέλεια. Λεία, γυαλιστερά, υπάκουα. Όπως πρέπει. Αλλά πριν απ’ όλα αυτά, πριν το βερνίκι, πριν το πιστολάκι, μαγείρεψε το τέλειο φαγάκι για τα τέλεια παιδάκια της. Το έβαλε στα τέλεια πορσελάνινα πιάτα της. Έσβησε τον απορροφητήρα. Και μετά πήρε τηλέφωνο να κλείσει ραντεβού στο τέλειο εστιατόριο, γιατί το βράδυ, στις Δεκατέσσερις Φεβρουαρίου ακριβώς — όχι δεκατρείς , όχι δεκαπέντε — είχε ραντεβού με τον πρίγκιπα. Τον τέλειο αντρούλη της.
Πάρκαραν και κατέβηκαν από το τέλειο αμάξι τους. Πιασμένοι χέρι χέρι. Τα βήματά τους συγχρονισμένα.
Τα ρούχα τους τέλεια.
Τα νύχια τους τέλεια.
Τα μαλλιά τους τέλεια.
Το άρωμα, τέλειο κι αυτό — ούτε λίγο παραπάνω, ούτε λίγο λιγότερο.
Μπήκαν στο τέλειο εστιατόριο. Κάθισαν στο τέλειο τραπέζι τους. Ήρθε ο σερβιτόρος, με το τέλειο χαμόγελο, και πήρε την παραγγελία. Παρήγγειλαν τα τέλεια φαγητά της ημέρας. Γύρω τους άλλα ζευγαράκια. Τέλεια κι αυτά. Να ζουζουνίζουν. Να ψιθυρίζουν υποκοριστικά. Να αγαπιούνται χαμηλόφωνα. Ένας σπαστικός ήχος απλωνόταν στον χώρο — μια βουή από «μωράκι μου», «αγαπούλα μου», «καρδούλα μου». Και τότε – ΤΟΤΕ – της γύρισαν τα μυαλά της πριγκίπισσας.
Και είπε.
Όχι ψιθυριστά.
Όχι γλυκά.
«Είσαι μαλάκας», του είπε. «Γιατί νομίζεις πως όλα είναι τέλεια. Και πρέπει να ‘ναι τέλεια. Όχι μόνο για σήμερα. Αλλά και κάθε μέρα».
Και συνέχισε.
Χωρίς ανάσα.
«Και μαλάκες είναι η μάνα μου και ο πατέρας μου που με μεγάλωσαν με το όνειρο να γίνω η τέλεια πριγκίπισσα. Και μαλάκες είναι η μάνα και ο πατέρας της μάνας μου και του πατέρα μου, που κι αυτοί το ίδιο έμαθαν. Και τελικά μαλακισμένο είναι όλο αυτό το σύστημα που μας αναγκάζει να είμαστε τέλειοι σε ένα καθόλου τέλειο γαμημένο κωλοσύστημα».
Καθώς φώναζε, έφτυνε και έκανε κοκοράκια. Κι ήταν η πρώτη της φορά που δεν ήταν διόλου τέλεια.
Το ήξερε. Το ήξερε κι ο πρίγκιπας.
«Σε σιχαίνομαι βρωμερή σκουληκαντέρα!», του είπε. «Όχι εσένα. Το σύστημα. Το συστημα σιχαίνομαι. ΠΑΝΤΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΓΑΜΗΔΙ!».
Και τότε άρχισε να γελάει.
Να γελάει νευρικά.
Να γελάει.
Να γελάει.
Να γελάει.
Να τραντάζεται η κοιλιά της. Τα τέλεια μαλλιά της.
Τα τέλεια νύχια της.
Και καθώς γελούσε, άρχισε να γελάει κι ένα τραπέζι. Κι άλλο ένα. Και μετά όλο το μαγαζί. Ένα ολόκληρο τέλειο εστιατόριο να γελάει νευρικά. Και ζούσαν αυτοί καλά. Και εμείς – σίγουρα καλύτερα.







Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πρίγκιπας.
Πανέμορφος, με τέλειο posture και μια υπομονή που είχε αρχίσει να εξαντλείται επικίνδυνα. Ξέρετε, ο πρίγκιπας αγαπούσε αγόρια.
Ζούσε σε ένα βασίλειο όπου όλα ήταν μεγάλα: τα παλάτια, τα τραπέζια, οι προσδοκίες. Ειδικά οι προσδοκίες. «Για το καλό του βασιλείου», έλεγε.
«Για την εικόνα».
«Γιατί έτσι πρέπει».
Και κάθε πρωί, μαζί με το τσάι, έφερνε και μια καινούρια υποψήφια. Ευγενική. Από καλή οικογένεια. Λίγο άβολη. Πολύ λάθος.
Ο πρίγκιπας χαμογελούσε. Από ευγένεια. Από συνήθεια. Από κούραση.
«Δως της μια ευκαιρία.»
«Δεν χρειάζεται να το φωνάζεις.»
«Ε, μπορεί και να σου αρέσει.»Κάποια στιγμή, ανάμεσα σε ένα brunch με προξενήτρα και μια συζήτηση για «το μέλλον» του, η βασίλισσα είπε τη φράση. Την είπε ήρεμα, σαν να μιλούσε για τον καιρό:
«Εντάξει, μπορεί να είσαι γκέι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορείς να κάνεις έναν κανονικό γάμο. Είναι καλή κοπέλα αυτή και από καλό σπίτι. Αυτή θα θέλει σίγουρα γιατί ακούγονται πολλά. Βουίξαν όλα τα ντινέ πως μπάζει κορίτσια της αυλής στο πριγκιπικό της κρεβάτι.»
Ο πρίγκιπας άφησε κάτω το φλιτζάνι.
Κοίταξε τη μάνα του.
Πήρε ανάσα.
Και, με φωνή που είχε μέσα της χρόνια μαζεμένα οικογενειακά τραπέζια, είπε:
«Ούτε να μου το δεις αυτό το σενάριο!»
Σιωπή.
Ένα κουταλάκι έπεσε.
Κάπου μακριά, ένα παγόνι ούρλιαξε.
Και μετά; Τίποτα θεαματικό.
Δεν έγινε επανάσταση.
Δεν άλλαξε το βασίλειο σε μια μέρα.
Απλώς ο πρίγκιπας σηκώθηκε, έφτιαξε λίγο το σακάκι του και βγήκε βόλτα στο παλάτι, πιο ελαφρύς.
Άλλωστε, τα προσκλητήρια τυπώνονταν ήδη. Μέσα στον επόμενο μήνα θα γινόταν ο γάμος. Και αυτός σίγουρα δεν έζησε καλά. Κι εμείς δεν πάμε πίσω.
Μια φορά κι έναν καιρό – για μια στιγμή – οι έρωτες, οι πεταλούδες στο στομάχι, τα τέλεια ρομάντζα, τα ζουζουνίσματα και τα ψιθυριστά “σ’αγαπώ” δεν ήταν παραμύθι. Δεν ήταν Βαλεντίνος. Ήταν ζωή.
Κι αν με ρωτάς, μια φορά κι έναν καιρό…δεν υπήρχε καιρός για έρωτες, φίλ* μου!



